ἑρμαῖος

ἑρμ-αῖος, α, ον,
A called after Hermes, Ἑ. λόφος, in Ithaca, Od.16.471 (expl. as = ἕρμαξ by Sch. ad loc.);

Ἑ. λέπας Λήμνου A.Ag.283

, cf. S.Ph.1459 (anap.).
2 of Hermes, Λύρη, the constellation Lyra, Arat.674; Ἑρμαῖος, ὁ (sc. μήν), month at Argos, etc., Polyaen.8.33; in Boeotia, IG7.289, al.; in the Aetolian league, GDI1745, al.; cf. Ἑρμαιών.
3 gainful,

δαιμόνων δόσις A. Eu.947

.
4 fem. [full] Ἑρμαΐς, ίδος,

, κρήνη Hp.Ep.17

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑρμαῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρμαιος — ἑρμαῖος called after masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμαίος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Αγγειογράφος του κύκλου του Επίκτητου (6ος αι. π.Χ.). Ήταν τυπικός εκπρόσωπος του ερυθρόμορφου ρυθμού. Σώζονται τέσσερα έργα του ενυπόγραφα (Ερμαίος εποίησε). 2. Ο Σωτήρ (1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.). Τελευταίος… …   Dictionary of Greek

  • Ἑρμαῖον — Ἑρμαῖος masc acc sg Ἑρμαῖος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίους — Ἕρμαιος masc acc pl Ἑρμαί̱ους , Ἑρμαῖος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαῖα — Ἑρμαῖος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαῖοι — Ἑρμαῖος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίους — ἑρμαῖος called after masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίω — Ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc dual Ἕρμαιον gift of neut gen sg (doric aeolic) Ἕρμαιος masc nom/voc/acc dual Ἕρμαιος masc gen sg (doric aeolic) Ἑρμαίης masc gen sg (attic epic ionic) Ἑρμαί̱ω , Ἑρμαῖος masc/neut nom/voc/acc dual Ἑρμαί̱ω ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίων — Ἕρμαιον gift of neut gen pl Ἕρμαιος masc gen pl Ἑρμαί̱ων , Ἑρμαῖος fem gen pl Ἑρμαί̱ων , Ἑρμαῖος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θοὔρμαιον — ἕρμαιον , ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after masc acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.